Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΜΕΣΩ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΨΗΦΙΑΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Η υπ’ αριθμ. 2/2025 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής των βασικών αρχών του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ) στο πλαίσιο λειτουργίας δημόσιων φορέων και χρήσης ψηφιακών υπηρεσιών της διοίκησης. Η υπόθεση αφορά καταγγελία φυσικού προσώπου για παράνομη επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, η οποία συνίστατο στην αναζήτηση του ΑΦΜ του μέσω της διαδικτυακής υπηρεσίας της ΑΑΔΕ «Αναζήτηση Βασικών Στοιχείων Μητρώου Επιχειρήσεων», χωρίς προηγούμενη ενημέρωση ή ύπαρξη σαφούς νομικής βάσης. Η υπόθεση αναδεικνύει κρίσιμα ζητήματα σχετικά με τη νομιμότητα της επεξεργασίας, την υποχρέωση διαφάνειας, την αρχή της λογοδοσίας και τις σχέσεις μεταξύ υπευθύνου και εκτελούντος την επεξεργασία.

Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, η καταγγέλλουσα ενημερώθηκε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος από την ΑΑΔΕ ότι πραγματοποιήθηκε αναζήτηση των στοιχείων της από φορέα με τον οποίο δεν διατηρούσε καμία επαγγελματική ή οικονομική σχέση. Από τη διερεύνηση προέκυψε ότι η αναζήτηση έγινε από εξωτερικό συνεργάτη, ο οποίος ενεργούσε στο πλαίσιο εντολής του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (ΕΚΚ) για έλεγχο της πληρότητας των φακέλων στελεχών του οργανισμού. Ωστόσο, η επεξεργασία αυτή πραγματοποιήθηκε με χρήση διαπιστευτηρίων άλλου φορέα, χωρίς σαφή προσδιορισμό της νομικής της βάσης και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της καταγγέλλουσας, γεγονός που προκάλεσε εύλογη ανησυχία ως προς την ασφάλεια και τη νομιμότητα της επεξεργασίας.

Η ΑΠΔΠΧ εξέτασε την υπόθεση υπό το πρίσμα των διατάξεων του ΓΚΠΔ και ιδίως των αρχών που προβλέπονται στο άρθρο 5. Κατά τη διάταξη αυτή, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά τρόπο σύννομο, θεμιτό και διαφανή, ενώ παράλληλα πρέπει να διασφαλίζεται η ακεραιότητα και η εμπιστευτικότητά τους. Κεντρικής σημασίας είναι επίσης η αρχή της λογοδοσίας, σύμφωνα με την οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας φέρει το βάρος να αποδεικνύει τη συμμόρφωσή του με τις ανωτέρω αρχές. Στην προκειμένη περίπτωση, η Αρχή διαπίστωσε ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει επαρκώς τη νομιμότητα της επεξεργασίας, ούτε να αποδείξει ότι αυτή ήταν αναγκαία και αναλογική σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Ειδικότερα, ως προς τη νομική βάση της επεξεργασίας, το ΕΚΚ επικαλέστηκε σωρευτικά διάφορες διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 ΓΚΠΔ, όπως την εκτέλεση σύμβασης, τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση, την εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος και τα έννομα συμφέροντα του φορέα. Ωστόσο, η Αρχή έκρινε ότι η επίκληση πολλαπλών νομικών βάσεων χωρίς σαφή και συγκεκριμένο προσδιορισμό της εφαρμοστέας βάσης αντιβαίνει στην αρχή της διαφάνειας και καθιστά την επεξεργασία μη προβλέψιμη για το υποκείμενο των δεδομένων. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η επίμαχη επεξεργασία ήταν πράγματι αναγκαία, ιδίως δεδομένου ότι τα απαιτούμενα στοιχεία φαίνεται να υπήρχαν ήδη στον υπηρεσιακό φάκελο της καταγγέλλουσας ή θα μπορούσαν να αναζητηθούν με ηπιότερα μέσα.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από την Αρχή στην υποχρέωση ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, όπως αυτή κατοχυρώνεται στα άρθρα 13 και 14 ΓΚΠΔ. Η υποχρέωση αυτή συνιστά βασική έκφανση της αρχής της διαφάνειας και επιβάλλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας να παρέχει σαφείς και πλήρεις πληροφορίες σχετικά με την επεξεργασία. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, η καταγγέλλουσα δεν ενημερώθηκε εγκαίρως για την επεξεργασία των δεδομένων της, ενώ η επίκληση εξαιρέσεων από την υποχρέωση ενημέρωσης βάσει του ν. 4624/2019 δεν συνοδεύτηκε από την απαιτούμενη ειδική αιτιολόγηση και στάθμιση συμφερόντων. Ως εκ τούτου, η Αρχή έκρινε ότι παραβιάστηκε η αρχή της διαφάνειας.

Περαιτέρω, η απόφαση εξετάζει τον ρόλο του εκτελούντος την επεξεργασία, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση ενήργησε κατ’ εντολή του υπευθύνου επεξεργασίας. Διαπιστώθηκε ότι ο εκτελών προέβη σε χρήση κωδικών πρόσβασης άλλου φορέα, γεγονός που συνιστά πλημμελή εκτέλεση της επεξεργασίας. Ωστόσο, η Αρχή έλαβε υπόψη ότι δεν προέκυψε διαρροή ή περαιτέρω διάδοση των δεδομένων και, συνεπώς, η παράβαση αξιολογήθηκε ως ήσσονος σημασίας.

Τέλος, ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στη σύμβαση μεταξύ υπευθύνου και εκτελούντος την επεξεργασία. Η Αρχή διαπίστωσε ότι η υφιστάμενη σύμβαση περιείχε μόνο γενικές αναφορές στη συμμόρφωση με τον ΓΚΠΔ, χωρίς να περιλαμβάνει τις ειδικές και υποχρεωτικές προβλέψεις του άρθρου 28 παρ. 3 ΓΚΠΔ. Η έλλειψη αυτή συνιστά αυτοτελή παράβαση, δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για τη διασφάλιση της νόμιμης επεξεργασίας.

Κατόπιν των ανωτέρω, η ΑΠΔΠΧ απηύθυνε επίπληξη στο ΕΚΚ ως υπεύθυνο επεξεργασίας για παραβίαση των αρχών της νομιμότητας και της διαφάνειας, ενώ παράλληλα του επέβαλε την υποχρέωση να συνάψει σύμβαση με τον εκτελούντα την επεξεργασία σύμφωνη με τις απαιτήσεις του ΓΚΠΔ. Επιπλέον, απηύθυνε προειδοποίηση προς την εκτελούσα την επεξεργασία εταιρεία για μελλοντική συμμόρφωση, ενώ απέρριψε την καταγγελία ως προς τον τρίτο εμπλεκόμενο φορέα.

Συνολικά, η απόφαση 2/2025 υπογραμμίζει ότι ακόμη και επεξεργασίες περιορισμένης έκτασης υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο νομιμότητας και διαφάνειας. Επιβεβαιώνει δε ότι οι δημόσιοι φορείς δεν εξαιρούνται από τις απαιτήσεις του ΓΚΠΔ και οφείλουν να τεκμηριώνουν πλήρως κάθε πράξη επεξεργασίας, να ενημερώνουν τα υποκείμενα των δεδομένων και να διασφαλίζουν την ύπαρξη κατάλληλων συμβατικών εγγυήσεων με τους εκτελούντες την επεξεργασία. Η συμβολή της απόφασης είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ερμηνεία της αρχής της λογοδοσίας και την πρακτική εφαρμογή της στον δημόσιο τομέα, ενισχύοντας το επίπεδο προστασίας των προσωπικών δεδομένων στο σύγχρονο ψηφιακό περιβάλλον.

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΚΑΜΕΡΩΝ ΣΕ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΙΜΑ ΓΙΑ ΜΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ

Μια ιδιαίτερα σημαντική απόφαση για την προστασία προσωπικών δεδομένων σε οικιστικά ακίνητα εξέδωσε η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ), επιβεβαιώνοντας ότι η απλή διακοπή λειτουργίας ενός συστήματος βιντεοεπιτήρησης δεν αρκεί, όταν αυτό παραβιάζει τον νόμο.

Το ιστορικό της υπόθεσης

Η υπόθεση ξεκίνησε μετά από καταγγελία συνιδιοκτητών διπλοκατοικίας, οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν για την εγκατάσταση καμερών από έτερο ιδιοκτήτη. Οι κάμερες κατέγραφαν εικόνα και ήχο από κοινόχρηστους χώρους, όπως η είσοδος, η πιλοτή και ο κήπος, γεγονός που συνιστά επεξεργασία προσωπικών δεδομένων πέραν της καθαρά οικιακής χρήσης.

Η Αρχή, με προηγούμενη απόφασή της (10/2022), είχε διατάξει την απαγόρευση της επεξεργασίας μέσω του συγκεκριμένου συστήματος. Ωστόσο, δεν είχε αρχικά επιβάλει την αποξήλωση του εξοπλισμού.

Η σημασία της «απεγκατάστασης»

Μετά από αίτηση θεραπείας του καταγγέλλοντος, η Αρχή επανεξέτασε το ζήτημα και με την απόφαση 19/2023 έκρινε ότι για να είναι αποτελεσματική η προστασία των προσωπικών δεδομένων, απαιτείται όχι μόνο διακοπή λειτουργίας αλλά και αφαίρεση του συστήματος βιντεοεπιτήρησης.

Η κρίση αυτή αναδεικνύει ότι η συμμόρφωση δεν μπορεί να είναι τυπική ή προσωρινή, αλλά πρέπει να εξαλείφει πλήρως την παράνομη επεξεργασία.

Η αίτηση θεραπείας του καταγγελλόμενου

Ο καταγγελλόμενος υπέβαλε στη συνέχεια αίτηση θεραπείας ζητώντας την ανάκληση της απόφασης, προβάλλοντας ισχυρισμούς όπως:

  • ότι το σύστημα δεν κατέγραφε,
  • ότι υπήρχε συναίνεση πλειοψηφίας,
  • ότι η χρήση ήταν οικιακή,
  • και ότι εξυπηρετούσε λόγους ασφάλειας.

Η Αρχή απέρριψε την αίτηση, κρίνοντας ότι δεν προσκομίστηκαν νέα και κρίσιμα στοιχεία, αλλά απλώς αμφισβητήθηκε η αρχική κρίση της.

Μη συμμόρφωση και συνέπειες

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στο γεγονός ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας:

  • δεν συμμορφώθηκε με την προηγούμενη απόφαση,
  • συνέχισε την επεξεργασία,
  • δεν συνεργάστηκε με την Αρχή,
  • και δεν παρέστη στη διαδικασία.

Η συμπεριφορά αυτή συνιστά παραβίαση τόσο της υποχρέωσης συμμόρφωσης όσο και της υποχρέωσης συνεργασίας με την εποπτική αρχή.

Τα πρόστιμα και τα μέτρα

Με την απόφαση 6/2025, η Αρχή:

  • Απέρριψε την αίτηση θεραπείας
  • Επέβαλε:
    • πρόστιμο 3.000 ευρώ για μη συμμόρφωση με προηγούμενη απόφαση
    • πρόστιμο 2.000 ευρώ για μη συνεργασία με την Αρχή
  • Διέταξε εκ νέου την αφαίρεση των καμερών εντός 15 ημερών

Νομικά συμπεράσματα

Η απόφαση επιβεβαιώνει βασικές αρχές του δικαίου προστασίας δεδομένων:

  • Η βιντεοεπιτήρηση σε κοινόχρηστους χώρους δεν θεωρείται οικιακή χρήση.
  • Η συμμόρφωση με αποφάσεις της ΑΠΔΠΧ είναι υποχρεωτική.
  • Η αίτηση θεραπείας απαιτεί νέα ουσιώδη στοιχεία για να γίνει δεκτή.
  • Η μη συνεργασία με την εποπτική αρχή αποτελεί αυτοτελή παράβαση.
  • Η αποτελεσματική προστασία απαιτεί πλήρη άρση της παρανομίας, όχι απλή παύση λειτουργίας.

Συμπέρασμα

Η Απόφαση 6/2025 αποτελεί σαφές μήνυμα ότι η προστασία προσωπικών δεδομένων σε οικιστικά περιβάλλοντα είναι αυστηρή και ουσιαστική. Η εγκατάσταση καμερών δεν μπορεί να θίγει δικαιώματα τρίτων, ενώ η μη συμμόρφωση με τις αποφάσεις της Αρχής επιφέρει σημαντικές κυρώσεις.

Η ΑΘΕΜΙΤΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΙΑΤΡΟΥ ΣΕ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΥΓΕΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ

Η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον χώρο της υγείας αποτελεί ένα από τα πλέον ευαίσθητα και ταυτόχρονα απαιτητικά πεδία εφαρμογής του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ). Ιδίως τα δεδομένα υγείας, ως ειδική κατηγορία δεδομένων, υπόκεινται σε αυξημένες εγγυήσεις προστασίας, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια νόμιμης επεξεργασίας τους. Στο πλαίσιο αυτό, η Απόφαση 11/2025 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα παρουσιάζει ιδιαίτερο θεωρητικό και πρακτικό ενδιαφέρον, καθώς εξετάζει το ζήτημα της πρόσβασης ιατρού σε δεδομένα πρώην ασθενούς, μετά τη λήξη της μεταξύ τους θεραπευτικής σχέσης.

Η υπόθεση εκκινεί από καταγγελία ασθενούς κατά ιδιώτη γυναικολόγου, η οποία είχε αναλάβει την παρακολούθηση της εγκυμοσύνης της. Μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι δεν της χορηγήθηκε πλήρης ιατρικός φάκελος, ότι η ιατρός απέκτησε επανειλημμένα πρόσβαση στον ηλεκτρονικό φάκελο υγείας της χωρίς τη συναίνεσή της, καθώς και ότι προέβη σε διαβίβαση των δεδομένων της σε τρίτους. Από την πλευρά της, η καταγγελλόμενη υποστήριξε ότι είχε ήδη παραδώσει το σύνολο των ιατρικών στοιχείων κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, ενώ οι μεταγενέστερες προσβάσεις της στον ηλεκτρονικό φάκελο υπαγορεύθηκαν από επιστημονικό ενδιαφέρον και αίσθημα επαγγελματικής ευθύνης.

Η Αρχή, προσεγγίζοντας την υπόθεση υπό το πρίσμα του ΓΚΠΔ, προέβη αρχικά σε διάκριση μεταξύ των επιμέρους ισχυρισμών της καταγγέλλουσας. Ως προς το δικαίωμα πρόσβασης, έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται παραβίαση του άρθρου 15 ΓΚΠΔ. Καθοριστικής σημασίας υπήρξε το γεγονός ότι το δικαίωμα αυτό περιορίζεται στα δεδομένα που βρίσκονται πράγματι στη διάθεση του υπευθύνου επεξεργασίας κατά τον χρόνο άσκησής του. Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι τα δεδομένα που τηρούνταν στο αρχείο της ιατρού χορηγήθηκαν, ενώ μέρος των εξετάσεων είχε ήδη παραδοθεί στην ασθενή κατά τη διάρκεια των επισκέψεων ή δεν διατηρούνταν πλέον.

Η κρίση αυτή αναδεικνύει ένα κρίσιμο σημείο του δικαιώματος πρόσβασης: δεν πρόκειται για δικαίωμα ανασύστασης ή δημιουργίας αρχείου, αλλά για δικαίωμα πρόσβασης σε υφιστάμενα δεδομένα.

Αντίθετα, η Αρχή υιοθέτησε σαφώς αυστηρότερη στάση ως προς το ζήτημα της πρόσβασης της ιατρού στον ηλεκτρονικό φάκελο υγείας μετά τη λήξη της θεραπευτικής σχέσης. Η καταγγελλόμενη παραδέχθηκε ότι προέβη σε επανειλημμένες προσβάσεις, επικαλούμενη λόγους επιστημονικού ενδιαφέροντος και ανθρώπινης ευαισθησίας. Ωστόσο, οι αιτιάσεις αυτές απορρίφθηκαν ως νομικά αβάσιμες. Η Αρχή τόνισε ότι η επεξεργασία δεδομένων υγείας επιτρέπεται μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις, ιδίως όταν είναι αναγκαία για την παροχή υπηρεσιών υγείας στο πλαίσιο ενεργής θεραπευτικής σχέσης. Μετά τη λήξη της σχέσης αυτής, η νομική βάση παύει να υφίσταται, εκτός εάν συντρέχει νέα αυτοτελής βάση επεξεργασίας, όπως η συναίνεση του υποκειμένου.

Η επίκληση, συνεπώς, ενός γενικού επαγγελματικού ενδιαφέροντος ή μιας ηθικής υποχρέωσης δεν αρκεί για να νομιμοποιήσει την πρόσβαση σε δεδομένα υγείας. Η θέση αυτή της Αρχής είναι απολύτως συνεπής με τη δομή του ΓΚΠΔ, ο οποίος απαιτεί σαφή και συγκεκριμένη νομική βάση για κάθε πράξη επεξεργασίας. Ιδίως όταν πρόκειται για δεδομένα ειδικών κατηγοριών, όπως τα δεδομένα υγείας, η έλλειψη τέτοιας βάσης καθιστά αυτομάτως την επεξεργασία παράνομη, ανεξαρτήτως των κινήτρων του υπευθύνου επεξεργασίας.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται επίσης στο γεγονός ότι η επίμαχη επεξεργασία δεν ήταν μεμονωμένη, αλλά επαναλαμβανόμενη. Η καταγγελλόμενη προέβη σε πολλαπλές προσβάσεις στο σύστημα, γεγονός που ενίσχυσε την κρίση περί σοβαρότητας της παράβασης. Παράλληλα, η Αρχή υπογράμμισε ότι τα δεδομένα στα οποία αποκτήθηκε πρόσβαση αφορούσαν την κατάσταση της υγείας της καταγγέλλουσας, δηλαδή δεδομένα που απολαμβάνουν αυξημένης προστασίας.

Αντιθέτως, ως προς τον ισχυρισμό περί διαβίβασης δεδομένων σε τρίτους, η Αρχή έκρινε ότι δεν προέκυψαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία και απέρριψε το σχετικό σκέλος της καταγγελίας.

Με βάση τα ανωτέρω, η Αρχή κατέληξε ότι η καταγγελλόμενη, υπό την ιδιότητά της ως υπεύθυνη επεξεργασίας, παραβίασε την αρχή της νομιμότητας και αντικειμενικότητας του άρθρου 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ. Η παραβίαση αυτή θεωρείται ιδιαιτέρως σοβαρή, καθώς αφορά θεμελιώδη αρχή του κανονισμού, από την οποία εξαρτάται η νομιμότητα κάθε επεξεργασίας. Για τον λόγο αυτό επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο ύψους 5.000 ευρώ, το οποίο κρίθηκε αναλογικό και αποτρεπτικό, λαμβανομένων υπόψη τόσο της σοβαρότητας της παράβασης όσο και των ελαφρυντικών περιστάσεων, όπως η συνεργασία της ιατρού με την Αρχή και η απουσία προηγούμενων παραβάσεων.

Η απόφαση αυτή επιβεβαιώνει με σαφήνεια ότι η πρόσβαση σε δεδομένα υγείας συνδέεται άρρηκτα με την ύπαρξη συγκεκριμένης και ενεργής θεραπευτικής σχέσης. Μετά τη λήξη της, ο ιατρός δεν διατηρεί γενική εξουσία πρόσβασης στα δεδομένα του πρώην ασθενούς, ακόμη και αν θεωρεί ότι ενεργεί προς όφελός του. Παράλληλα, αναδεικνύεται το όριο του δικαιώματος πρόσβασης του ασθενούς, το οποίο δεν εκτείνεται πέραν των δεδομένων που πράγματι τηρούνται.

Εν τέλει, η Απόφαση 11/2025 συμβάλλει ουσιωδώς στην ερμηνεία του ΓΚΠΔ στον τομέα της υγείας, υπενθυμίζοντας ότι η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν αποτελεί απλώς τυπική υποχρέωση, αλλά θεμελιώδη κανόνα που διέπει τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ ιατρού και ασθενούς — ακόμη και μετά τη λήξη της.

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

Ι. Το κανονιστικό πλαίσιο της σύγκρουσης δικαιωμάτων

Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής δραστηριότητας αποτελεί κατεξοχήν πεδίο σύγκρουσης θεμελιωδών δικαιωμάτων. Από τη μία πλευρά, το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής, κατοχυρωμένο στα άρθρα 9 παρ. 1 εδ. β΄ και 9Α του Συντάγματος, και από την άλλη, η ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα πληροφόρησης, κατά τα άρθρα 14 παρ. 1 και 5Α Συντ., καθώς και το άρθρο 10 ΕΣΔΑ.

Ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων (ΕΕ) 2016/679 (ΓΚΠΔ), στο άρθρο 85, εισάγει ειδικό καθεστώς για την επεξεργασία δεδομένων για δημοσιογραφικούς σκοπούς, παρέχοντας στα κράτη-μέλη ευχέρεια θέσπισης εξαιρέσεων ή παρεκκλίσεων προς διασφάλιση της ελευθερίας της έκφρασης. Στο ελληνικό δίκαιο, η ρύθμιση αυτή εξειδικεύεται με το άρθρο 28 του ν. 4624/2019.

Κατά τη διάταξη αυτή, η επεξεργασία επιτρέπεται, ιδίως όταν υπερέχει το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης έναντι της προστασίας των δεδομένων, υπό την προϋπόθεση ότι περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο. Εισάγεται, επομένως, ρητά το κριτήριο της αναλογικότητας ως βασικός άξονας νομιμότητας.

ΙΙ. Η έννοια της επεξεργασίας στο δημοσιογραφικό περιβάλλον

Κατά το άρθρο 4 ΓΚΠΔ, ως «επεξεργασία» νοείται κάθε πράξη που αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένης της διάδοσης ή δημοσιοποίησής τους. Η ανάρτηση δημοσιογραφικού περιεχομένου στο διαδίκτυο συνιστά, αναμφίβολα, μορφή επεξεργασίας, μάλιστα αυτοματοποιημένης, όπως έχει κριθεί και στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Συνεπώς, τα μέσα ενημέρωσης, όταν δημοσιεύουν πληροφορίες που ταυτοποιούν φυσικά πρόσωπα, ενεργούν ως «υπεύθυνοι επεξεργασίας» και υπέχουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του ΓΚΠΔ.

ΙΙΙ. Η αρχή της στάθμισης και η πρακτική εναρμόνιση

Η συνταγματική θεωρία και η νομολογία έχουν καθιερώσει την αρχή της πρακτικής εναρμόνισης των συγκρουόμενων δικαιωμάτων. Δεν υφίσταται εκ των προτέρων ιεράρχηση μεταξύ της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της ελευθερίας του Τύπου· απαιτείται in concreto στάθμιση.

Η στάθμιση αυτή διενεργείται βάσει:

α) της συμβολής της δημοσίευσης σε ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος,
β) της ιδιότητας του προσώπου (δημόσιο ή ιδιωτικό),
γ) της αναγκαιότητας της αποκάλυψης της ταυτότητας, και
δ) της έκτασης της επέμβασης στην ιδιωτική σφαίρα.

Η αρχή της αναλογικότητας λειτουργεί ως φίλτρο: ακόμη και αν συντρέχει δημόσιο ενδιαφέρον, η επεξεργασία πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο.

IV. Η έννοια του «δημοσίου προσώπου» και τα όριά της

Ιδιαίτερη σημασία για τη στάθμιση έχει η έννοια του «δημοσίου προσώπου». Ως τέτοια νοούνται, κατά πάγια αντίληψη, τα πρόσωπα που ασκούν δημόσια εξουσία ή συμμετέχουν ενεργά στη δημόσια ζωή.

Ωστόσο, η ιδιότητα αυτή δεν συνεπάγεται πλήρη αποδυνάμωση της προστασίας της ιδιωτικής ζωής. Η νομολογία του ΕΔΔΑ έχει επισημάνει ότι ακόμη και τα δημόσια πρόσωπα απολαμβάνουν προστασίας, ιδίως όταν οι δημοσιευόμενες πληροφορίες δεν συνδέονται με την άσκηση των καθηκόντων τους.

Καθοριστικό κριτήριο αποτελεί, συνεπώς, η λειτουργική συνάφεια μεταξύ της δημοσιοποίησης και του δημόσιου ρόλου του προσώπου.

V. Η Απόφαση 30/2025 της ΑΠΔΠΧ

Στην υπό κρίση περίπτωση, η ΑΠΔΠΧ εξέτασε δημοσίευση σε ενημερωτική ιστοσελίδα, η οποία περιείχε πλήρη στοιχεία ταυτοποίησης του καταγγέλλοντος, στο πλαίσιο παρουσίασης ιδιωτικής διαφοράς.

Η Αρχή δέχθηκε ότι:

  • το επίμαχο ζήτημα ενδέχεται να παρουσιάζει ορισμένο γενικότερο ενδιαφέρον,
  • πλην όμως, το ίδιο το πρόσωπο του καταγγέλλοντος δεν συνιστά «δημόσιο πρόσωπο» υπό την έννοια που να δικαιολογεί την αποκάλυψη της ταυτότητάς του,
  • και, κυρίως, ότι η ονομαστική αναφορά δεν ήταν αναγκαία για την ενημέρωση του κοινού.

Κατά συνέπεια, η δημοσιοποίηση των προσωπικών δεδομένων κρίθηκε δυσανάλογη και, ως εκ τούτου, παράνομη, κατά παράβαση του άρθρου 28 ν. 4624/2019 και της αρχής της νομιμότητας του άρθρου 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ.

VI. Η αναλογικότητα ως κριτήριο νομιμότητας της δημοσιογραφικής επεξεργασίας

Η σημασία της απόφασης έγκειται στην έμφαση που αποδίδεται στην αναγκαιότητα της ταυτοποίησης. Η Αρχή υιοθετεί μία αυστηρή προσέγγιση: η απλή ύπαρξη δημοσίου ενδιαφέροντος δεν αρκεί· απαιτείται να αποδεικνύεται ότι η αποκάλυψη της ταυτότητας είναι ουσιώδης για την κατανόηση της είδησης.

Εάν ο ίδιος σκοπός μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα (π.χ. ανωνυμοποίηση), η πλήρης δημοσιοποίηση συνιστά υπέρβαση της αρχής της αναλογικότητας.

Η θέση αυτή ευθυγραμμίζεται με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή προσέγγιση, που επιδιώκει την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ιδιωτικής ζωής χωρίς να αναιρεί τον ελεγκτικό ρόλο του Τύπου.

VII. Η υποχρέωση συνεργασίας με την εποπτική αρχή

Περαιτέρω, η απόφαση αναδεικνύει την αυτοτελή σημασία της υποχρέωσης συνεργασίας του υπευθύνου επεξεργασίας με την εποπτική αρχή (άρθρο 31 ΓΚΠΔ). Η μη ανταπόκριση σε αιτήματα της Αρχής συνιστά αυτοτελή παράβαση, ανεξάρτητη από τη νομιμότητα της επεξεργασίας.

Η πρακτική αυτή ενισχύει την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού εποπτείας και την επιβολή του κανονιστικού πλαισίου.

VIII. Συμπεράσματα

Η Απόφαση 30/2025 της ΑΠΔΠΧ επιβεβαιώνει τη νομολογιακή τάση αυστηρού ελέγχου της δημοσιογραφικής επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα:

  • επανακαθορίζει τα όρια της έννοιας του «δημοσίου προσώπου»,
  • ενισχύει τον ρόλο της αναλογικότητας ως κεντρικού κριτηρίου,
  • και υπογραμμίζει την υποχρέωση περιορισμού της επεξεργασίας στο απολύτως αναγκαίο μέτρο.

Η συμβολή της απόφασης είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς αποσαφηνίζει ότι η ελευθερία του Τύπου δεν δικαιολογεί αδιακρίτως την αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων, ιδίως όταν πρόκειται για ιδιώτες και για ζητήματα που μπορούν να παρουσιαστούν χωρίς ταυτοποίηση.

Η εξισορρόπηση μεταξύ των δύο δικαιωμάτων παραμένει δυναμική και εξαρτάται από τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης, με την αρχή της αναλογικότητας να αποτελεί τον θεμελιώδη άξονα της σχετικής αξιολόγησης.

Η ΧΡΗΣΗ ΠΑΡΑΝΟΜΩΝ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΣΤΙΣ ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Η υπ’ αριθμ. 714/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου αποτελεί μία ιδιαίτερα σημαντική συμβολή στη νομολογία που αφορά τη στάθμιση μεταξύ αποδεικτικής διαδικασίας και προστασίας προσωπικών δεδομένων, ιδίως στο πλαίσιο εργατικών διαφορών. Το ανώτατο δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει υπόθεση που ξεκίνησε από αγωγή εργαζομένου κατά εργοδότριας εταιρείας, με αντικείμενο την καταβολή διαφορών αποδοχών.

Ιστορικό της υπόθεσης

Η διαφορά άρχισε το 2017 με αγωγή εργαζομένου, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι απασχολήθηκε ως λογιστής σε ξενοδοχειακή επιχείρηση και δεν του καταβλήθηκαν πλήρως οι αποδοχές του. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων εξέδωσε απόφαση, η οποία στη συνέχεια προσβλήθηκε με έφεση. Το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την απόφαση 59/2020, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.

Κατά της απόφασης αυτής, η εργοδότρια εταιρεία άσκησε αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Το βασικό νομικό ζήτημα

Κεντρικό σημείο της υπόθεσης αποτέλεσε η χρήση αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα το ερώτημα αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά στοιχεία.

Ο Άρειος Πάγος επανέλαβε ότι στις εργατικές διαφορές επιτρέπεται η ελεύθερη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων, ακόμη και αν αυτά δεν πληρούν πλήρως τους τυπικούς όρους του νόμου (π.χ. ανυπόγραφα έγγραφα), εφόσον δεν πρόκειται για πλαστά ή ανυπόστατα στοιχεία. Έτσι, απέρριψε λόγο αναίρεσης που αφορούσε τη χρήση ανυπόγραφου εγγράφου, κρίνοντας ότι αυτό μπορούσε να ληφθεί υπόψη.

Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα αφορούσε άλλα έγγραφα που προσκόμισε ο εργαζόμενος, τα οποία περιείχαν προσωπικά δεδομένα τρίτων εργαζομένων της εταιρείας.

Προσωπικά δεδομένα και αποδεικτική διαδικασία

Ο εργαζόμενος είχε προσκομίσει:

  • αποδείξεις μισθοδοσίας άλλων εργαζομένων,
  • στοιχεία από το πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ»,
  • δεδομένα σχετικά με προσλήψεις, απολύσεις και ωράρια εργασίας τρίτων.

Τα στοιχεία αυτά αποκτήθηκαν είτε κατά τη διάρκεια της εργασίας του είτε μετά την αποχώρησή του, χωρίς άδεια της εργοδότριας ή των υποκειμένων των δεδομένων.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα δεδομένα αυτά αποτελούν προσωπικά δεδομένα κατά την έννοια του Συντάγματος και της σχετικής νομοθεσίας (GDPR και ν. 4624/2019). Η συλλογή και χρήση τους χωρίς συγκατάθεση ή νόμιμη βάση συνιστά παράνομη επεξεργασία.

Επιπλέον, σύμφωνα με το Σύνταγμα, απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση των διατάξεων για την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Η κρίση του Αρείου Πάγου

Ο Άρειος Πάγος διαπίστωσε ότι το Εφετείο:

  • έλαβε υπόψη του τα επίμαχα έγγραφα χωρίς να εξετάσει τη νομιμότητα της απόκτησής τους,
  • δεν αιτιολόγησε αν υπήρχε συγκατάθεση των υποκειμένων των δεδομένων,
  • ούτε αν υπερείχε το έννομο συμφέρον του εργαζομένου έναντι της προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Κατά συνέπεια, έκρινε ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, ιδρύοντας λόγο αναίρεσης.

Αποτέλεσμα της απόφασης

Το Ανώτατο Δικαστήριο:

  • ανήρεσε την απόφαση του Εφετείου,
  • παρέπεμψε την υπόθεση για νέα εκδίκαση σε διαφορετικό δικαστή,
  • έκανε δεκτό αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Σημαντικό είναι ότι η εργοδότρια είχε ήδη καταβάλει στον εργαζόμενο ποσό άνω των 70.000 ευρώ κατ’ εκτέλεση της εφετειακής απόφασης. Μετά την αναίρεση, ο εργαζόμενος υποχρεώθηκε να επιστρέψει το ποσό αυτό με τόκους.

Επιπλέον, καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα.

Σημασία της απόφασης

Η απόφαση 714/2022 αναδεικνύει με σαφήνεια ότι:

  • η ευελιξία στην αποδεικτική διαδικασία των εργατικών διαφορών έχει όρια,
  • η προστασία προσωπικών δεδομένων υπερισχύει όταν τα αποδεικτικά μέσα αποκτώνται παράνομα,
  • τα δικαστήρια οφείλουν να εξετάζουν ρητά τη νομιμότητα της συλλογής και χρήσης τέτοιων στοιχείων.

Πρόκειται για μια κρίσιμη τομή στη νομολογία, που επιβεβαιώνει ότι η αναζήτηση της αλήθειας στη δίκη δεν μπορεί να γίνεται με μέσα που παραβιάζουν θεμελιώδη δικαιώματα.

ΑΠΟΦΑΣΗ 264/2024 ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ: ΟΡΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ, ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

Σημαντικές διευκρινίσεις ως προς την ευθύνη των μέσων ενημέρωσης για δημοσιεύσεις στο διαδίκτυο παρέχει η υπ’ αριθμ. 264/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία ασχολείται με ζητήματα συκοφαντικής δυσφήμησης, προστασίας προσωπικών δεδομένων και παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας.

Το ιστορικό της υπόθεσης

Η υπόθεση αφορά δημοσιογράφο και διαχειριστή τοπικού ιστολογίου στην Εύβοια, για τον οποίο δημοσιεύτηκε το 2012 άρθρο σε διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας. Το δημοσίευμα τον παρουσίαζε ως δράστη εκτεταμένης απάτης εις βάρος 278 επαγγελματιών, με σημαντική οικονομική ζημία.

Ωστόσο, οι σχετικές ποινικές διαδικασίες κατέληξαν αργότερα:

  • σε αρχειοθέτηση των κατηγοριών απάτης λόγω έλλειψης ενδείξεων,
  • σε απαλλαγή για την απόπειρα εκβίασης,
  • και σε παύση δίωξης για εξύβριση.

Ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι το δημοσίευμα:

  • τον ταυτοποιούσε έμμεσα,
  • παρουσίαζε ως βέβαιη την ενοχή του,
  • και δημοσιοποιούσε στοιχεία ποινικής δικογραφίας.

Ζήτησε αποζημίωση 90.000 ευρώ για ηθική βλάβη.

Η κρίση του Εφετείου

Το Εφετείο προχώρησε σε διάκριση μεταξύ δύο νομικών βάσεων της αγωγής:

1. Απόρριψη βάσει του νόμου περί Τύπου

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή ήταν απαράδεκτη ως προς τη βάση της αστικής ευθύνης του Τύπου (ν. 1178/1981), επειδή:

  • δεν είχε προηγηθεί εξώδικη πρόσκληση προς τους εναγομένους για αποκατάσταση της προσβολής.

Τόνισε μάλιστα ότι η υποχρέωση αυτή ισχύει και για δημοσιεύσεις στο διαδίκτυο, με αναλογική εφαρμογή του νόμου.

2. Παραδοχή βάσει προστασίας προσωπικών δεδομένων

Αντίθετα, το Εφετείο έκανε δεκτή την αγωγή ως προς την παραβίαση προσωπικών δεδομένων (ν. 2472/1997), κρίνοντας ότι:

  • Δημοσιοποιήθηκαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα (σχετικά με ποινική δίωξη).
  • Η δημοσίευση επέτρεπε την ταυτοποίηση του ενάγοντος, ιδίως σε τοπικό επίπεδο.
  • Δεν υπήρχε άδεια εισαγγελικής αρχής.
  • Η δημοσίευση δεν ήταν αναγκαία για την ενημέρωση του κοινού.

Παραβίαση τεκμηρίου αθωότητας

Ιδιαίτερη σημασία έχει η θέση του Δικαστηρίου για το τεκμήριο αθωότητας:

  • Οι εναγόμενοι παρουσίασαν τον ενάγοντα ως βέβαιο δράστη, ενώ η υπόθεση βρισκόταν ακόμη σε στάδιο προανάκρισης.
  • Δεν χρησιμοποιήθηκαν επιφυλακτικές διατυπώσεις («φέρεται», «κατηγορείται»).
  • Το τεκμήριο αθωότητας θεωρήθηκε στοιχείο της προσωπικότητας, που δεσμεύει και ιδιώτες.

Απόρριψη υπερασπιστικών ισχυρισμών

Το Δικαστήριο απέρριψε:

  • τον ισχυρισμό ότι η είδηση προερχόταν από επίσημη πηγή (Αστυνομία),
  • τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων ήταν δημόσιο πρόσωπο,
  • καθώς και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Αντισυνταγματικότητα ελάχιστης αποζημίωσης

Σημαντική είναι και η αναφορά ότι:

  • η διάταξη που όριζε κατώτατο ποσό αποζημίωσης για παραβίαση προσωπικών δεδομένων κρίθηκε αντισυνταγματική, λόγω παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας.

Η απόφαση

Το Εφετείο:

  • εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση,
  • δέχθηκε εν μέρει την αγωγή,
  • και επιδίκασε στον ενάγοντα 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Συμπεράσματα

Η απόφαση αυτή:

  • επιβεβαιώνει ότι οι κανόνες του Τύπου εφαρμόζονται και στο διαδίκτυο,
  • ενισχύει την προστασία προσωπικών δεδομένων έναντι δημοσιογραφικών πρακτικών,
  • και υπογραμμίζει τη σημασία του τεκμηρίου αθωότητας ακόμη και στις ιδιωτικές σχέσεις.

Αποτελεί, έτσι, σημαντικό νομολογιακό σταθμό για τα όρια της δημοσιογραφικής ελευθερίας στην ψηφιακή εποχή.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΜΜΕ: ΤΙ ΔΙΔΑΣΚΕΙ Η ΑΠΟΦΑΣΗ 2770/2024 ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

Η ισορροπία μεταξύ της ελευθερίας του τύπου και της προστασίας της προσωπικότητας αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα στη σύγχρονη έννομη τάξη, ιδιαίτερα στην εποχή της ψηφιακής πληροφόρησης. Η πρόσφατη απόφαση 2770/2024 του Εφετείου Αθηνών έρχεται να επαναπροσδιορίσει τα όρια αυτά, προσφέροντας σημαντικές κατευθύνσεις για τη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης και την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης

Η υπόθεση αφορούσε αγωγή προσώπου κατά τηλεοπτικού σταθμού, εταιρείας ενημερωτικής ιστοσελίδας και δημοσιογράφων, λόγω μετάδοσης και δημοσίευσης υλικού που τον απεικόνιζε κατά την προσέλευσή του σε δικαστήριο, συνοδεία αστυνομικών και με χειροπέδες. Παράλληλα, δημοσιεύματα στο διαδίκτυο περιείχαν το ονοματεπώνυμό του, φωτογραφίες χωρίς απόκρυψη χαρακτηριστικών και διατυπώσεις που μπορούσαν να δημιουργήσουν την εντύπωση ενοχής.

Ο ενάγων υποστήριξε ότι οι ενέργειες αυτές παραβίασαν την προσωπικότητά του, τα προσωπικά του δεδομένα και το τεκμήριο αθωότητας, ζητώντας αποζημίωση και άρση της προσβολής.

 

Η κρίση του Δικαστηρίου

Το Εφετείο Αθηνών αναγνώρισε ότι:

  • Η προβολή εικόνας κατηγορουμένου κατά την είσοδο ή έξοδό του από δικαστήριο, χωρίς αλλοίωση των χαρακτηριστικών του, συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του.
  • Η δημοσιοποίηση στοιχείων ταυτότητας και εικόνας υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο ενημέρωσης, ακόμη και όταν υπάρχει δημόσιο ενδιαφέρον.
  • Η αναφορά σε ποινική δίωξη επιτρέπεται, υπό την προϋπόθεση ότι δεν παρουσιάζεται ο κατηγορούμενος ως ένοχος.
  • Ορισμένα δημοσιεύματα, λόγω της διατύπωσής τους, παραβίασαν το τεκμήριο αθωότητας, καθώς δημιουργούσαν εντύπωση ενοχής στο κοινό.

Το Δικαστήριο αύξησε τη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη σε 5.000 ευρώ και διέταξε τη διαγραφή του επίμαχου υλικού, καθώς και τη δημοσίευση περίληψης της απόφασης.

 

Κομβικά νομικά σημεία

Η απόφαση αναδεικνύει σημαντικές αρχές:

1. Η εικόνα ως αυτοτελές δικαίωμα
Η εικόνα του προσώπου προστατεύεται ανεξάρτητα από άλλες πτυχές της προσωπικότητας. Η δημοσιοποίησή της χωρίς συναίνεση μπορεί να είναι από μόνη της παράνομη.

2. Όρια της δημοσιογραφικής ελευθερίας
Η ελευθερία του τύπου δεν είναι απεριόριστη. Οφείλει να σέβεται την τιμή, την υπόληψη και τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών.

3. Προσωπικά δεδομένα και δημόσιο ενδιαφέρον
Ακόμη και όταν υπάρχει δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, η δημοσιοποίηση πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο.

4. Τεκμήριο αθωότητας
Η ενημέρωση για ποινικές υποθέσεις επιτρέπεται, αλλά απαγορεύεται κάθε παρουσίαση που προεξοφλεί την ενοχή.

5. Ιδιαιτερότητα του διαδικτύου
Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά μέσα, τα διαδικτυακά δημοσιεύματα παραμένουν διαθέσιμα για απεριόριστο χρόνο, γεγονός που εντείνει την προσβολή.

 

Τι σημαίνει για τα ΜΜΕ και τους πολίτες

Η απόφαση στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς τα μέσα ενημέρωσης:
η ανάγκη για ενημέρωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ανεξέλεγκτη έκθεση προσωπικών δεδομένων ή την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου.

Παράλληλα, ενισχύει τη θέση των πολιτών, επιβεβαιώνοντας ότι διαθέτουν αποτελεσματικά ένδικα μέσα για την προστασία της προσωπικότητάς τους, ακόμη και έναντι ισχυρών μέσων ενημέρωσης.

 

Συμπέρασμα

Η απόφαση 2770/2024 αποτελεί ένα σημαντικό νομολογιακό σταθμό για την προστασία της προσωπικότητας στην ψηφιακή εποχή. Υπενθυμίζει ότι η δημοσιογραφία οφείλει να ασκείται με υπευθυνότητα και σεβασμό στα δικαιώματα των προσώπων, θέτοντας σαφή όρια εκεί όπου η ενημέρωση μετατρέπεται σε προσβολή.

Σε μια εποχή όπου η πληροφορία διακινείται ταχύτατα και μαζικά, η ανάγκη για ισορροπία μεταξύ ελευθερίας και προστασίας δεν ήταν ποτέ πιο επίκαιρη.

Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΒΙΝΤΕΟΕΠΙΤΗΡΗΣΗ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Η υπ’ αριθμ. 4187/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πραγματεύεται ένα ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα του εργατικού και αστικού δικαίου: την προστασία της προσωπικότητας του εργαζομένου έναντι παράνομων πρακτικών επιτήρησης από τον εργοδότη, ιδίως μέσω συστημάτων βιντεοσκόπησης.

1. Το δικαίωμα στην προσωπικότητα και τα προσωπικά δεδομένα

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η προσωπικότητα προστατεύεται από τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ και περιλαμβάνει πτυχές όπως η τιμή, η υπόληψη και η ιδιωτική ζωή. Η παράνομη και υπαίτια προσβολή της συνιστά αδικοπραξία, θεμελιώνοντας αξίωση χρηματικής ικανοποίησης.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής στον χώρο εργασίας. Η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων βιντεοεπιτήρησης επιτρέπεται μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις:

  • ύπαρξη νόμιμου σκοπού (π.χ. ασφάλεια),
  • αναγκαιότητα και αναλογικότητα του μέτρου,
  • προηγούμενη ενημέρωση των εργαζομένων,
  • γνωστοποίηση στην αρμόδια αρχή.

Αντίθετα, η κρυφή παρακολούθηση εργαζομένων συνιστά κατ’ αρχήν παράνομη επέμβαση στην προσωπικότητά τους.

Το Δικαστήριο υπογράμμισε επίσης ότι η ιδιωτική ζωή δεν περιορίζεται εκτός εργασιακού χώρου, αλλά περιλαμβάνει και τις ιδιωτικές συνομιλίες μεταξύ εργαζομένων, ακόμη και όταν αυτές εκφράζονται με έντονο ή επικριτικό τρόπο.

2. Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης

Η ενάγουσα εργαζόταν ως υπάλληλος στην εναγόμενη αθλητική ομοσπονδία. Κατόπιν ελέγχου της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα το 2007, διαπιστώθηκε η ύπαρξη κρυφών καμερών σε γραφεία και κοινόχρηστους χώρους.

Οι κάμερες:

  • κατέγραφαν εικόνα και ήχο,
  • λειτουργούσαν χωρίς ενημέρωση των εργαζομένων,
  • δεν είχαν δηλωθεί στην αρμόδια αρχή,
  • επέτρεπαν στον πρόεδρο της ομοσπονδίας να παρακολουθεί σε πραγματικό χρόνο τους εργαζομένους.

Η Αρχή επέβαλε διοικητικό πρόστιμο στην ομοσπονδία για παραβίαση της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη και χωρίς απόδειξη συστηματικής αποθήκευσης δεδομένων της ενάγουσας, η ίδια η δυνατότητα παρακολούθησης συνιστά παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και προσβολή της προσωπικότητας.

3. Η παραγραφή και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης

Η εναγομένη προέβαλε ένσταση παραγραφής, υποστηρίζοντας ότι η ενάγουσα γνώριζε την ύπαρξη των καμερών από το 2005. Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι η γνώση αποκτήθηκε μόλις το 2007, μετά τον έλεγχο της Αρχής, οπότε η αγωγή (2012) ασκήθηκε εμπρόθεσμα.

Απορρίφθηκε επίσης η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), καθώς η καθυστέρηση άσκησης της αγωγής δεν αρκεί για να θεμελιώσει καταχρηστικότητα, ούτε αποδείχθηκαν ανήθικα κίνητρα.

4. Κρίση επί της ουσίας και επιδικασθείσα ικανοποίηση

Το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγομένη παραβίασε τη νομοθεσία περί προσωπικών δεδομένων και προσέβαλε την προσωπικότητα της ενάγουσας. Έκρινε ότι η τελευταία υπέστη ηθική βλάβη λόγω του περιορισμού της ελευθερίας της και της διαρκούς αίσθησης επιτήρησης στον χώρο εργασίας.

Καθορίζοντας το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη:

  • τη φύση και βαρύτητα της προσβολής,
  • τη διάρκειά της,
  • τον βαθμό υπαιτιότητας,
  • την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.

Τελικώς επιδίκασε το ποσό των 5.869,40 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση.

5. Συμπεράσματα

Η απόφαση επιβεβαιώνει τη σταθερή νομολογιακή τάση υπέρ της αυξημένης προστασίας της προσωπικότητας και των προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων. Ιδίως, καθιστά σαφές ότι:

  • η μυστική βιντεοεπιτήρηση στον χώρο εργασίας είναι κατ’ αρχήν παράνομη,
  • η απλή δυνατότητα παρακολούθησης αρκεί για τη στοιχειοθέτηση προσβολής,
  • οι εργοδότες οφείλουν να τηρούν αυστηρά την αρχή της αναλογικότητας και της διαφάνειας,
  • η ιδιωτική ζωή προστατεύεται και εντός του εργασιακού περιβάλλοντος.

Η απόφαση συμβάλλει ουσιωδώς στη διαμόρφωση ενός σαφούς πλαισίου ισορροπίας μεταξύ εργοδοτικής εξουσίας και δικαιωμάτων των εργαζομένων.

ΟΤΑΝ ΕΝΑ ΒΙΝΤΕΟ ΣΤΟ FACEBOOK ΦΤΑΝΕΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΑΡΕΙΟ ΠΑΓΟ

Στις 20 Μαΐου 2025, στην αίθουσα του Αρείου Πάγου, εκτυλισσόταν μια υπόθεση που ξεκινούσε από κάτι φαινομενικά απλό: ένα βίντεο σε κινητό τηλέφωνο και μια ανάρτηση στο Facebook. Όμως, πίσω από αυτή την πράξη, κρυβόταν ένα κρίσιμο ερώτημα: πότε η χρήση προσωπικών δεδομένων γίνεται ποινικό αδίκημα;

Η κατηγορούμενη είχε ήδη καταδικαστεί από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών. Σύμφωνα με την απόφαση εκείνη, είχε αποκτήσει πρόσβαση σε βίντεο που βρισκόταν σε κινητό τηλέφωνο άλλου προσώπου. Το βίντεο απεικόνιζε μια ανήλικη μαθήτρια σε έντονο διαπληκτισμό έξω από σχολείο. Χωρίς τη συναίνεση της ανήλικης ή των γονέων της, το βίντεο κατέληξε στο διαδίκτυο — αναρτημένο στη σελίδα της κατηγορουμένης στο Facebook.

Το αποτέλεσμα; Το περιεχόμενο έγινε ορατό σε μεγάλο αριθμό χρηστών, προκαλώντας αρνητικά σχόλια και δημόσια έκθεση της ανήλικης.

 

Το νομικό ζήτημα: δεν αρκεί μόνο η ανάρτηση

Η υπόθεση, ωστόσο, δεν ήταν τόσο απλή όσο «ανέβασε ένα βίντεο χωρίς άδεια». Το Ανώτατο Δικαστήριο έπρεπε να απαντήσει σε ένα πιο σύνθετο ερώτημα:
πώς ακριβώς απέκτησε η κατηγορούμενη το βίντεο;

Και εδώ βρίσκεται η ουσία.

Η ελληνική νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων (ιδίως ο νόμος 4624/2019) δεν τιμωρεί απλώς τη διάδοση δεδομένων. Προϋποθέτει κάτι κρίσιμο: να έχει προηγηθεί παράνομη επέμβαση σε “σύστημα αρχειοθέτησης” (δηλαδή σε οργανωμένο σύνολο δεδομένων, όπως αρχεία σε κινητό ή υπολογιστή).

Με απλά λόγια, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, πρέπει να αποδειχθεί ότι κάποιος:

  • «εισέβαλε» χωρίς δικαίωμα σε αρχείο (π.χ. κινητό, φάκελο, βάση δεδομένων)
  • και από εκεί απέκτησε τα προσωπικά δεδομένα.

 

Τα κενά της απόφασης

Ο Άρειος Πάγος εντόπισε ένα σοβαρό πρόβλημα στην απόφαση του Εφετείου:
η αιτιολογία της ήταν ασαφής και αντιφατική.

Συγκεκριμένα:

  • Από τη μία, αναφερόταν ότι η κατηγορούμενη «παρενέβη σε σύστημα αρχειοθέτησης».
  • Από την άλλη, ότι απλώς «απέκτησε πρόσβαση» στο κινητό.
  • Και αλλού, ότι «έλαβε το βίντεο από τρίτο πρόσωπο».

Αυτές οι εκδοχές δεν είναι ίδιες — και νομικά έχουν τεράστια σημασία.

Αν το βίντεο ήταν απλώς ένα μεμονωμένο αρχείο και όχι μέρος οργανωμένου αρχείου,
ή αν δεν υπήρξε παράνομη «εισβολή» αλλά απλή παραλαβή από τρίτο,

τότε ίσως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του αδικήματος.

Το δικαστήριο, όμως, δεν εξήγησε:

  • αν υπήρχε πράγματι «αρχείο»
  • πώς ακριβώς έγινε η πρόσβαση
  • υπό ποιες συνθήκες αποκτήθηκε το υλικό

Και χωρίς αυτά, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν εφαρμόστηκε σωστά ο νόμος.

 

Η απόφαση: αναίρεση και επανεκδίκαση

Το αποτέλεσμα ήταν καθοριστικό.

Ο Άρειος Πάγος:

  • ανέτρεψε (ανέρεσε) την καταδικαστική απόφαση
  • και έστειλε την υπόθεση πίσω στο ίδιο δικαστήριο για νέα εκδίκαση, με διαφορετικούς δικαστές

Όχι γιατί έκρινε την κατηγορούμενη αθώα, αλλά γιατί η προηγούμενη απόφαση δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Γιατί έχει σημασία αυτή η υπόθεση

Η απόφαση φωτίζει κάτι πολύ επίκαιρο:

Στην εποχή των smartphones και των social media, η διάδοση ενός βίντεο μπορεί να γίνει σε δευτερόλεπτα. Όμως το ποινικό δίκαιο δεν σταματά στην πράξη της ανάρτησης — εξετάζει και τη διαδρομή του δεδομένου.

Πώς αποκτήθηκε;
Από πού προήλθε;
Υπήρξε παραβίαση αρχείου;

Αυτές οι λεπτομέρειες κάνουν τη διαφορά ανάμεσα:

  • σε μια ηθικά επιλήψιμη πράξη
  • και σε ένα ποινικά τιμωρητέο έγκλημα.

 

Μια υπόθεση που θα κριθεί ξανά

Η ιστορία δεν τελείωσε εδώ. Το δικαστήριο θα ξαναδικάσει την υπόθεση από την αρχή, αυτή τη φορά με την υποχρέωση να απαντήσει με σαφήνεια στα κρίσιμα ερωτήματα.

Και κάπου ανάμεσα σε νομικούς όρους και τεχνικές έννοιες, παραμένει ένα απλό αλλά ουσιαστικό μήνυμα:
τα προσωπικά δεδομένα δεν είναι απλώς “περιεχόμενο” — είναι δικαίωμα.

ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ: ΟΤΑΝ Η ΙΔΙΩΤΙΚΟΤΗΤΑ ΓΙΝΕΤΑΙ… ΚΟΣΤΟΣ 40.000 ΕΥΡΩ

Σε μια εποχή όπου η ψηφιακή επικοινωνία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας, ένα κρίσιμο ερώτημα επανέρχεται διαρκώς: μέχρι ποιο σημείο επιτρέπεται η εμπορική προώθηση και πότε αυτή μετατρέπεται σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή;

Η υπ’ αριθμ. 573/2025 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έρχεται να δώσει μια σαφή και ηχηρή απάντηση, θέτοντας ισχυρό πλαίσιο προστασίας για τους πολίτες απέναντι σε ανεπιθύμητες διαφημιστικές πρακτικές.

Το ιστορικό της υπόθεσης

Η υπόθεση αφορά συνδρομητή εταιρείας τηλεπικοινωνιών, ο οποίος είχε ήδη από το 2016 προβεί στις νόμιμες ενέργειες για να εξαιρεθεί από κάθε διαφημιστική επικοινωνία. Είχε εγγραφεί στο σχετικό μητρώο (opt-out) και είχε ασκήσει το δικαίωμα εναντίωσης, ζητώντας ρητά να μην λαμβάνει προωθητικά μηνύματα.

Και όμως, παρά τη σαφή αυτή δήλωση, συνέχισε να λαμβάνει διαφημιστικά SMS σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, γεγονός που τον οδήγησε σε επανειλημμένες διαμαρτυρίες και τελικά σε δικαστική διεκδίκηση.

Ανακύπτει, λοιπόν, ένα εύλογο ερώτημα: πόση αξία έχει στην πράξη η συγκατάθεση ή η άρνηση του πολίτη, όταν αυτή δεν γίνεται σεβαστή;

Η στάση της εταιρείας και τα όρια της ευθύνης

Η εναγόμενη εταιρεία επιχείρησε να αποδώσει τα περιστατικά σε «μεμονωμένα λάθη» ή σε αμέλεια υπαλλήλων. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε αυτή την επιχειρηματολογία.

Αντιθέτως, έκρινε ότι η ευθύνη της εταιρείας είναι αντικειμενική, ως υπεύθυνης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων. Με άλλα λόγια, δεν έχει σημασία ποιος υπάλληλος έκανε το λάθος — η εταιρεία φέρει πλήρη ευθύνη για το σύνολο της λειτουργίας της.

Μπορεί, όμως, μια επιχείρηση να επικαλείται ανθρώπινο λάθος όταν πρόκειται για επαναλαμβανόμενη παραβίαση δικαιωμάτων; Και πόσο «μεμονωμένο» είναι ένα περιστατικό που επαναλαμβάνεται;

Η προσβολή της προσωπικότητας

Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η αποστολή ανεπιθύμητων διαφημιστικών μηνυμάτων δεν αποτελεί απλώς μια μικρή ενόχληση, αλλά συνιστά ουσιαστική προσβολή της προσωπικότητας του ατόμου.

Η συνεχής όχληση, η αδιαφορία απέναντι στις διαμαρτυρίες και η παραβίαση της ρητής εναντίωσης του πολίτη προκάλεσαν ψυχική αναστάτωση, εκνευρισμό και αίσθημα παραβίασης της ιδιωτικής του ζωής.

Τελικά, πόσο «αθώο» είναι ένα SMS όταν αγνοεί τη βούληση του αποδέκτη;

Το κρίσιμο ζήτημα της αποζημίωσης

Ιδιαίτερη σημασία έχει το ύψος της αποζημίωσης που επιδικάστηκε. Το Εφετείο απέρριψε την πρωτόδικη απόφαση που είχε επιδικάσει μόλις 1.500 ευρώ και έκρινε ότι πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη του νόμου που προβλέπει ελάχιστη αποζημίωση 10.000 ευρώ ανά παράβαση.

Έτσι, επιδίκασε συνολικά 40.000 ευρώ, δηλαδή 10.000 ευρώ για κάθε παράνομο μήνυμα.

Το μήνυμα είναι σαφές: η αποζημίωση δεν έχει μόνο αποκαταστατικό χαρακτήρα, αλλά και αποτρεπτικό. Στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι παρόμοιες πρακτικές δεν θα επαναληφθούν.

Είναι, όμως, υπερβολικό ένα τέτοιο ποσό; Ή μήπως είναι το μόνο μέσο για να αναγκαστούν οι επιχειρήσεις να σεβαστούν πραγματικά τα προσωπικά δεδομένα;

Η αρχή της αναλογικότητας

Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η πρόβλεψη ελάχιστης αποζημίωσης δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Αντίθετα, εξυπηρετεί την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως η ιδιωτικότητα και η ανθρώπινη αξία.

Διότι, τελικά, μπορεί να υπάρξει πραγματική σύγκριση ανάμεσα σε εμπορικά συμφέροντα και την προστασία της προσωπικής ζωής;

Ένα ισχυρό μήνυμα για το μέλλον

Η απόφαση αυτή δεν αφορά μόνο έναν πολίτη και μια εταιρεία. Αποτελεί σαφές μήνυμα προς το σύνολο της αγοράς:

  • οι κανόνες για τα προσωπικά δεδομένα δεν είναι τυπικοί
  • η συγκατάθεση του πολίτη είναι δεσμευτική
  • η παραβίασή της έχει πραγματικό κόστος

Σε έναν κόσμο όπου τα δεδομένα αποτελούν πολύτιμο «νόμισμα», η απόφαση θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα:

Ποιος έχει τελικά τον έλεγχο της επικοινωνίας — ο πολίτης ή οι επιχειρήσεις;

Η απάντηση της Δικαιοσύνης είναι ξεκάθαρη: ο πολίτης.

Και αυτή τη φορά, μετρήθηκε και σε ευρώ.