Η ΧΡΗΣΗ ΠΑΡΑΝΟΜΩΝ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΣΤΙΣ ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Η υπ’ αριθμ. 714/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου αποτελεί μία ιδιαίτερα σημαντική συμβολή στη νομολογία που αφορά τη στάθμιση μεταξύ αποδεικτικής διαδικασίας και προστασίας προσωπικών δεδομένων, ιδίως στο πλαίσιο εργατικών διαφορών. Το ανώτατο δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει υπόθεση που ξεκίνησε από αγωγή εργαζομένου κατά εργοδότριας εταιρείας, με αντικείμενο την καταβολή διαφορών αποδοχών.

Ιστορικό της υπόθεσης

Η διαφορά άρχισε το 2017 με αγωγή εργαζομένου, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι απασχολήθηκε ως λογιστής σε ξενοδοχειακή επιχείρηση και δεν του καταβλήθηκαν πλήρως οι αποδοχές του. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων εξέδωσε απόφαση, η οποία στη συνέχεια προσβλήθηκε με έφεση. Το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την απόφαση 59/2020, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.

Κατά της απόφασης αυτής, η εργοδότρια εταιρεία άσκησε αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Το βασικό νομικό ζήτημα

Κεντρικό σημείο της υπόθεσης αποτέλεσε η χρήση αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα το ερώτημα αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά στοιχεία.

Ο Άρειος Πάγος επανέλαβε ότι στις εργατικές διαφορές επιτρέπεται η ελεύθερη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων, ακόμη και αν αυτά δεν πληρούν πλήρως τους τυπικούς όρους του νόμου (π.χ. ανυπόγραφα έγγραφα), εφόσον δεν πρόκειται για πλαστά ή ανυπόστατα στοιχεία. Έτσι, απέρριψε λόγο αναίρεσης που αφορούσε τη χρήση ανυπόγραφου εγγράφου, κρίνοντας ότι αυτό μπορούσε να ληφθεί υπόψη.

Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα αφορούσε άλλα έγγραφα που προσκόμισε ο εργαζόμενος, τα οποία περιείχαν προσωπικά δεδομένα τρίτων εργαζομένων της εταιρείας.

Προσωπικά δεδομένα και αποδεικτική διαδικασία

Ο εργαζόμενος είχε προσκομίσει:

  • αποδείξεις μισθοδοσίας άλλων εργαζομένων,
  • στοιχεία από το πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ»,
  • δεδομένα σχετικά με προσλήψεις, απολύσεις και ωράρια εργασίας τρίτων.

Τα στοιχεία αυτά αποκτήθηκαν είτε κατά τη διάρκεια της εργασίας του είτε μετά την αποχώρησή του, χωρίς άδεια της εργοδότριας ή των υποκειμένων των δεδομένων.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα δεδομένα αυτά αποτελούν προσωπικά δεδομένα κατά την έννοια του Συντάγματος και της σχετικής νομοθεσίας (GDPR και ν. 4624/2019). Η συλλογή και χρήση τους χωρίς συγκατάθεση ή νόμιμη βάση συνιστά παράνομη επεξεργασία.

Επιπλέον, σύμφωνα με το Σύνταγμα, απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση των διατάξεων για την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Η κρίση του Αρείου Πάγου

Ο Άρειος Πάγος διαπίστωσε ότι το Εφετείο:

  • έλαβε υπόψη του τα επίμαχα έγγραφα χωρίς να εξετάσει τη νομιμότητα της απόκτησής τους,
  • δεν αιτιολόγησε αν υπήρχε συγκατάθεση των υποκειμένων των δεδομένων,
  • ούτε αν υπερείχε το έννομο συμφέρον του εργαζομένου έναντι της προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Κατά συνέπεια, έκρινε ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, ιδρύοντας λόγο αναίρεσης.

Αποτέλεσμα της απόφασης

Το Ανώτατο Δικαστήριο:

  • ανήρεσε την απόφαση του Εφετείου,
  • παρέπεμψε την υπόθεση για νέα εκδίκαση σε διαφορετικό δικαστή,
  • έκανε δεκτό αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Σημαντικό είναι ότι η εργοδότρια είχε ήδη καταβάλει στον εργαζόμενο ποσό άνω των 70.000 ευρώ κατ’ εκτέλεση της εφετειακής απόφασης. Μετά την αναίρεση, ο εργαζόμενος υποχρεώθηκε να επιστρέψει το ποσό αυτό με τόκους.

Επιπλέον, καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα.

Σημασία της απόφασης

Η απόφαση 714/2022 αναδεικνύει με σαφήνεια ότι:

  • η ευελιξία στην αποδεικτική διαδικασία των εργατικών διαφορών έχει όρια,
  • η προστασία προσωπικών δεδομένων υπερισχύει όταν τα αποδεικτικά μέσα αποκτώνται παράνομα,
  • τα δικαστήρια οφείλουν να εξετάζουν ρητά τη νομιμότητα της συλλογής και χρήσης τέτοιων στοιχείων.

Πρόκειται για μια κρίσιμη τομή στη νομολογία, που επιβεβαιώνει ότι η αναζήτηση της αλήθειας στη δίκη δεν μπορεί να γίνεται με μέσα που παραβιάζουν θεμελιώδη δικαιώματα.