Η δικηγορική μας εταιρεία Στέφανος Οικονόμου και Συνεργάτες ασχολείται συμβουλευτικά και δικαστηριακά με θέματα προστασίας προσωπικών δεδομένων. Οι δικηγόροι μας γνωρίζουν έχουν δει ότι στην εποχή των social media, μία ανάρτηση στο Facebook μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να εκθέσει ανεπανόρθωτα ένα πρόσωπο. Όταν δε η ανάρτηση συνοδεύεται από φωτογραφία, ονοματεπώνυμο ή άλλα στοιχεία ταυτοποίησης, τότε το ζήτημα δεν αφορά μόνο την τιμή και την υπόληψη του θιγόμενου, αλλά και την παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Η απόφαση 1255/2023 του Εφετείου Αθηνών είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί δείχνει με σαφήνεια πότε μία δημόσια ανάρτηση στο Facebook ξεπερνά τα όρια και φτάνει να στοιχειοθετεί συκοφαντική δυσφήμιση μέσω διαδικτύου.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Η υπόθεση αφορούσε μία γυναίκα από τη Χίο, η οποία είχε γνωριστεί το καλοκαίρι του 2016 με γνωστή λαϊκή και νησιώτικη τραγουδίστρια, με την οποία ανέπτυξαν φιλική σχέση. Οι δύο γυναίκες διατηρούσαν επικοινωνία τόσο τηλεφωνικά όσο και μέσω social media. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η σχέση αυτή διαταράχθηκε.
Η τραγουδίστρια, η οποία διατηρούσε ανοιχτό προφίλ στο Facebook με χιλιάδες φίλους και μεγάλη δημόσια προβολή λόγω της καλλιτεχνικής της ιδιότητας, προχώρησε σε ανάρτηση φωτογραφίας της ενάγουσας, συνοδεύοντάς την με ιδιαίτερα βαρείς χαρακτηρισμούς. Στην επίμαχη δημοσίευση την αποκάλεσε, μεταξύ άλλων, «ψυχοπαθή», ισχυρίστηκε ότι την παρακολουθούσε, ότι της είχε κάνει τη ζωή «κόλαση», ότι ήταν «άκρως επικίνδυνη» και ότι «πρέπει να μπει επειγόντως σε ψυχιατρική κλινική».
Η ανάρτηση δεν έμεινε σε στενό κύκλο. Αντιθέτως, λόγω του ανοιχτού προφίλ της εναγόμενης και της μεγάλης διαδικτυακής απήχησής της, έγινε ορατή σε χιλιάδες χρήστες. Επιπλέον, ακολούθησαν σχόλια και διαδικτυακός διάλογος κάτω από την ανάρτηση, ενώ το περιεχόμενο αναπαράχθηκε και από περιοδικό που ασχολείται με την προσωπική ζωή καλλιτεχνών.
Γιατί η υπόθεση έχει ιδιαίτερη σημασία
Η απόφαση δεν στάθηκε μόνο στο προφανές, δηλαδή στην προσβολή της προσωπικότητας. Το Εφετείο έκρινε ότι υπήρξε και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας, αφού στην ανάρτηση χρησιμοποιήθηκαν η φωτογραφία της, το όνομά της και ο τόπος καταγωγής της. Με τα στοιχεία αυτά μπορούσε να ταυτοποιηθεί εύκολα από μεγάλο αριθμό προσώπων.
Με απλά λόγια, η δικαστική κρίση δεν περιορίστηκε στο «είπε κάτι προσβλητικό». Είπε κάτι πολύ περισσότερο: ότι όταν κάποιος χρησιμοποιεί μέσω Facebook φωτογραφία και ταυτοποιητικά στοιχεία άλλου προσώπου χωρίς συγκατάθεση, εκθέτοντάς το δημόσια, τότε θίγονται ταυτόχρονα η τιμή, η υπόληψη και η προστασία των προσωπικών δεδομένων του θύματος.
Τι έκρινε το δικαστήριο για το Facebook
Το Εφετείο έκανε μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση για τη φύση του Facebook. Ανέφερε ότι πρόκειται για δημόσιο διαδικτυακό χώρο, όπου ο χρήστης μπορεί να επιλέξει τον βαθμό δημοσιότητας του προφίλ του. Όταν το προφίλ είναι ανοιχτό, οι αναρτήσεις είναι προσβάσιμες όχι μόνο στους «φίλους», αλλά ακόμη και σε ευρύτερο κοινό.
Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία, γιατί η τραγουδίστρια είχε επιλέξει ανοιχτό προφίλ, με αποτέλεσμα η επίμαχη ανάρτηση να λάβει μεγάλη διάδοση. Άρα, η προσβολή δεν έγινε σε ιδιωτική συνομιλία ή σε περιορισμένο κύκλο, αλλά δημόσια, με μεγάλη δυνατότητα αναπαραγωγής.
Αυτό είναι κρίσιμο και για κάθε δικηγόρο για συκοφαντική δυσφήμιση, διότι στις υποθέσεις social media το μέσο τέλεσης της πράξης αυξάνει σημαντικά την έκταση της προσβολής.
Η νομική βάση της απόφασης
Το δικαστήριο στηρίχθηκε τόσο στις διατάξεις για την προστασία της προσωπικότητας όσο και στις διατάξεις για τη συκοφαντική δυσφήμιση. Υπενθύμισε ότι για να στοιχειοθετηθεί συκοφαντική δυσφήμιση απαιτείται:
να ισχυρίζεται ή να διαδίδει κάποιος ενώπιον τρίτων γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου,
το γεγονός αυτό να είναι ψευδές,
και ο δράστης να γνωρίζει ότι είναι ψευδές.
Το Εφετείο δέχθηκε ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί της εναγόμενης ήταν ψευδείς και ότι η ίδια γνώριζε το ψεύδος τους όταν τους ανάρτησε. Έκρινε επίσης ότι οι χαρακτηρισμοί και οι αναφορές σε δήθεν επικινδυνότητα και ανάγκη εγκλεισμού σε ψυχιατρική κλινική ήταν ικανοί και πρόσφοροι να βλάψουν σοβαρά την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το ότι το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή για λόγους προστασίας του εαυτού της. Έκρινε ότι δεν αποδείχθηκαν τα περιστατικά που επικαλούνταν, ούτε προέκυψε πραγματικός και άμεσος κίνδυνος που να δικαιολογεί τέτοια δημόσια έκθεση.
Η παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων
Το δικαστήριο δέχθηκε ακόμη ότι η ανάρτηση συνιστούσε παράνομη επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, αφού η φωτογραφία, το όνομα και ο τόπος καταγωγής της ενάγουσας χρησιμοποιήθηκαν και διαδόθηκαν χωρίς τη συγκατάθεσή της. Η κρίση αυτή είναι πολύ σημαντική, γιατί δείχνει ότι μία υπόθεση δυσφήμισης μέσω Facebook μπορεί ταυτόχρονα να είναι και υπόθεση προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Για πρακτικούς λόγους αυτό σημαίνει ότι το θύμα μιας τέτοιας συμπεριφοράς δεν προστατεύεται μόνο ποινικά ή μόνο αστικά, αλλά μπορεί να στηρίξει τις αξιώσεις του σε περισσότερες από μία νομικές βάσεις.
Η αποζημίωση
Παρότι η ενάγουσα είχε ζητήσει πολύ υψηλότερο ποσό, το δικαστήριο έκρινε ότι εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη ήταν το ποσό των 5.000 ευρώ. Έλαβε υπόψη του την ένταση της προσβολής, την έκταση της δημοσιότητας, τη διάρκεια παραμονής της ανάρτησης, τις συνέπειες στη ζωή της ενάγουσας, αλλά και την αρχή της αναλογικότητας.
Με άλλα λόγια, το δικαστήριο αναγνώρισε μεν σοβαρή προσβολή, αλλά δεν θέλησε να οδηγηθεί σε υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση της εναγόμενης.
Συμπέρασμα
Η απόφαση 1255/2023 του Εφετείου Αθηνών αποτελεί ένα πολύ χρήσιμο νομολογιακό παράδειγμα για το πώς αντιμετωπίζει η ελληνική δικαιοσύνη τη συκοφαντική δυσφήμιση μέσω Facebook. Το βασικό μήνυμα είναι σαφές: το Facebook δεν είναι χώρος ατιμωρησίας. Μία δημόσια ανάρτηση με ψευδείς ισχυρισμούς, προσβλητικούς χαρακτηρισμούς και έκθεση προσωπικών δεδομένων μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη αστική ευθύνη και να θεμελιώσει συκοφαντική δυσφήμιση.
Αν έχετε πέσει θύμα αντίστοιχης συμπεριφοράς, μπορείτε να απευθυνθείτε στο δικηγορικό μας γραφείο στο 2107231630 για να κλείσετε ραντεβού και να συζητήσετε την υπόθεση σας με έναν δικηγόρο με γνώσεις και εμπειρία σε θέματα προσωπικών δεδομένων και GDPR.

